ισχύων
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ισχύων < αρχαία ελληνική ἰσχύων < ἰσχύω < ἰσχύς
Μετοχή
[επεξεργασία]ισχύων
- μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ισχύω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ισχύων
|
|