ισόγειο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ισόγειο | τα | ισόγεια |
| γενική | του | ισογείου & ισόγειου |
των | ισογείων |
| αιτιατική | το | ισόγειο | τα | ισόγεια |
| κλητική | ισόγειο | ισόγεια | ||
| Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ισόγειο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ισόγειος

Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ισόγειο ουδέτερο
- (αρχιτεκτονική) το οριζόντιο τμήμα (όροφος) ενός κτηρίου που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με το έδαφος
- ※ Η Ελένη γλιστράει δίπλα στη φιλενάδα της και της δείχνει την πόρτα. Είναι η κατάλληλη στιγμή για το μικρό τους σκασιαρχείο. Κατεβαίνουν τρέχοντας τα σκαλάκια, φτάνουν στο ισόγειο κι από 'κει στο προαύλιο της στρογγυλής πλατειούλας. (Αλέξης Πανσέληνος, Σκοτεινές επιγραφές, εκδ. Μεταίχμιο, 2011)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ισόγειο