ιτιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

κλαδιά μιας λευκής ιτιάς
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ιτιά οι ιτιές
      γενική της ιτιάς των ιτιών
    αιτιατική την ιτιά τις ιτιές
     κλητική ιτιά ιτιές
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιτιά < αρχαία ελληνική ἰτέα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιτιά θηλυκό

  • (βοτανική) φυλλοβόλο δέντρο του γένους Salix με μακρόστενα φύλλα που φυτρώνει κυρίως κοντά σε ποτάμια ή λίμνες


Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]