κάβα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάβα κάβες
γενική κάβας
αιτιατική κάβα κάβες
κλητική κάβα κάβες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κάβα < ιταλική cava < λατινική cava < cavus/cavum

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κάβα θηλυκό

  1. μέρος κατάλληλο για την αποθήκευση οινοπνευματωδών ποτών
  2. κατάστημα που πουλάει οινοπνευματώδη ποτά και μερικές φορές άλλα είδη όπως ξηρούς καρπούς κ.λπ.
  3. (συνεκδοχικά) το στοκ από οινοπνευματώδη ποτά που έχει κάποιος στην κατοχή του
  4. (στα χαρτοπαίγνια) τα χρήματα που καταθέτει κάποιος χαρτοπαίχτης στην αρχή της χαρτοπαιξίας, ανταλλάσσοντάς τα με μάρκες
  5. (στα χαρτοπαίγνια) αυτός που μοιράζει την τράπουλα

32πχ Μεταφράσεις[]