κάβος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάβος κάβοι
γενική κάβου κάβων
αιτιατική κάβο κάβους
κλητική κάβε κάβοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάβος < μεσαιωνική ελληνική κάβος < ιταλική cavo < λατινικά caput

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάβος αρσενικό

  1. (ναυτικός όρος) μια λωρίδα στεριάς που προεξέχει προς τη θάλασσα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ακρωτήριο (ψηλό και απόκρημνο· το χαμηλό και αμμώδες: πούντα)
  2. (ναυτικός όρος) το καραβόσκοινο με το οποίο δένεται το πλοίο στις δέστρες του ντόκου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: καραβόσκοινο, παλαμάρι, πρυμάτσα, κάλως

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]