κάγκουρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάγκουρας κάγκουρες
γενική κάγκουρα κάγκουρων
αιτιατική κάγκουρα κάγκουρες
κλητική κάγκουρα κάγκουρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάγκουρας < καγκουρό + -ας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάγκουρας αρσενικό

  • (αργκό) νεαρός που φέρεται αλήτικα λόγω συνοικιακών φίλων και παρέας και συχνά είναι βιαιότερος από τον μέσο όρο
    • Πολλοί κάγκουρες ρητά αυτοαποκαλούνται έτσι, συνειδητά μιμούμενοι προκαθορισμένες συμπεριφορές. «Η καγκουριά είναι τρόπος ζωής» θα ακούσεις να λένε. Άλλες φορές, η λέξη δεν περιγράφει μέλος κοινωνικής ομάδας, αλλά δυσπροσάρμοστο και επιθετικό άτομο. Οι δηλωμένοι κάγκουρες, σχεδόν πάντα έχουν χαμηλότερη σχολική βαθμολογία από τον μέσο όρο των μαθητών, με ελάχιστες εξαιρέσεις ιδίως σε συνοικίες που σχεδόν όλοι αυτοπροσδιορίζονται ως τέτοιοι, όμως εκεί πέφτει και η βαθμολογία μέσης απόδοσης.
    • Πολλοί κάγκουρες οδηγούν σε νεαρότερη ηλικία, έχοντας ελεύθερο χρόνο όντας αυτοαπαλλαγμένοι απ' την μελέτη. Πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις, όμως η καγκουριά είναι πολιτιστική μάστιγα και όχι σποραδικό φαινόμενο.

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]