κάδη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάδη < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάδη θηλυκό

  1. ένα μεγάλο βαρέλι ανοικτό από πάνω όπου πατούν τα σταφύλια για να βγει ο μούστος
  2. ένα μεγάλο δοχείο όπου χτυπούν το γάλα για να φτιάξουν βούτυρο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]