κάθαρση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | κάθαρση | οι | καθάρσεις |
| γενική | της | κάθαρσης* | των | καθάρσεων |
| αιτιατική | την | κάθαρση | τις | καθάρσεις |
| κλητική | κάθαρση | καθάρσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, καθάρσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κάθαρση < αρχαία ελληνική κάθαρσις < καθαίρω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈka.θaɾ.si/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κάθαρση θηλυκό
- η απαλλαγή από το μίασμα της αμαρτίας, που γίνεται συνήθως με τελετουργικό τρόπο
- ※ Το ανησυχητικό και ελαφρώς ματαιόσπουδο είναι ότι η μέριμνα για τη γλωσσική κάθαρση επιθυμεί ασυνειδήτως να κλείσει τα (γλωσσικά) σύνορα, την ίδια ώρα που τα πολιτιστικά σύνορα έχουν περίπου καταργηθεί (Κωστής Παπαγιώργης, Υπεραστικά, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
- (φιλολογία) ο εξαγνισμός, η λύτρωση από τη συναισθηματική ένταση που νιώθει ο θεατής ενός τραγικού έργου, όταν, με την λύση του δράματος, αποκαθίσταται η έννομη και η ηθική τάξη
- (ψυχολογία) η θεραπεία μιας νοσηρής κατάστασης ψυχικού χαρακτήρα, κυρίως όταν ο ασθενής ανακαλεί στη μνήμη του το γεγονός που την προκάλεσε
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη καθαίρω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Φιλολογία (νέα ελληνικά)
- Ψυχολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)