κάθαρση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάθαρση καθάρσεις
γενική κάθαρσης
& καθάρσεως
καθάρσεων
αιτιατική κάθαρση καθάρσεις
κλητική κάθαρση καθάρσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάθαρση < αρχαία ελληνική κάθαρσις < καθαίρω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈka.θaɾ.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάθαρση θηλυκό

  1. η απαλλαγή από το μίασμα της αμαρτίας, που γίνεται συνήθως με τελετουργικό τρόπο
  2. (φιλολογία) ο εξαγνισμός, η λύτρωση από τη συναισθηματική ένταση που νιώθει ο θεατής ενός τραγικού έργου, όταν, με την λύση του δράματος, αποκαθίσταται η έννομη και η ηθική τάξη
  3. (ψυχολογία) η θεραπεία μιας νοσηρής κατάστασης ψυχικού χαρακτήρα, κυρίως όταν ο ασθενής ανακαλεί στη μνήμη του το γεγονός που την προκάλεσε

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: καθαίρω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]