κάκητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κάκητα οι κάκητες
      γενική της κάκητας
    αιτιατική την κάκητα τις κάκητες
     κλητική κάκητα κάκητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάκητα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάκητα. Αναλύετασε σε κακ(ός) + -ητα[1] ή κακ(ία) + -ητα[2]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈka.ci.ta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κά‐κη‐τα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάκητα θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «κάκητα» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. «κάκητα» - Επιτομή του Λεξικού Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669) [μονοτονικό σύστημα]. greek‑language.gr - η Πύλη για την ελληνική γλώσσα (του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας). 



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάκητα < κακ(ία) + -ητα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάκητα θηλυκό

Πηγές[επεξεργασία]