Μετάβαση στο περιεχόμενο

κάκκη

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Κακκή

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική κάκκη αἱ ...?...αι
      γενική τῆς κάκκης τῶν κακκῶν
      δοτική τῇ κάκκ ταῖς κάκκαις
    αιτιατική τὴν κάκκην τὰς κάκκᾱς
     κλητική ! κάκκη ...?...αι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κάκκ
γεν-δοτ τοῖν  κάκκαιν
Δεν υπάρχουν πληροφορίες για την προσωδία
του δίχρονου φωνήεντος στην παραλήγουσα.
Δεν γνωρίζουμε πώς τονίζεται η ονομαστική πληθυντικού.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'γνώμη' όπως «γνώμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κάκκη < κακκάω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κάκκη, -ης θηλυκό

  • ανθρώπινη ακαθαρσία, κόπρος
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Εἰρήνη, στίχ. 162 (159-163)
    ἵει σαυτὸν θαρρῶν ἀπὸ γῆς, | κᾆτα δρομαίαν πτέρυγ᾽ ἐκτείνων | ὀρθὸς χώρει Διὸς εἰς αὐλάς, | ἀπὸ μὲν κάκκης τὴν ῥῖν᾽ ἀπέχων, | ἀπό θ᾽ ἡμερίων σίτων πάντων.
    Αχ υψώσου απ᾽ τη γη θαρρετά· | με γοργά κι απλωτά τα φτερά | προς του Δία το παλάτι προχώρει γραμμή, | και σ᾽ αυτές τις κοπριές, στις επίγειες τροφές | μη σιμώνεις τη μύτη σου, μη!
    Μετάφραση (1967): Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα: Τυποβιβλιοτεχνική @greeklanguage.gr