κάλαθος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάλαθος κάλαθοι
γενική καλάθου καλάθων
αιτιατική κάλαθο καλάθους
κλητική κάλαθε κάλαθοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάλαθος < αρχαία ελληνική κάλαθος[πιθανόν συγγενές προς το αρχαίο ρήμα "κλώθω" (πλέκω) και τη λέξη "κάλως" (σκοινί)]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάλαθος αρσενικό

  1. το καλάθι.
  2. (αρχαιολογία) το μέρος του κορινθιακού κιονόκρανου που περιβάλλεται από σειρές φύλλων.

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Σήμερα τη λέξη αυτή με την 1η της σημασία η οποία είναι και η βασική, τη χρησιμοποιούμε μόνο στην έκφραση κάλαθος των αχρήστων η οποία σημαίνει τους σκουπιδοτενεκέδες τους οποίους έχουμε στα σπίτια μας ή τους συναντάμε στο δρόμο και σε διάφορους χώρους εργασίας.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]