κάλπικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κάλπικος κάλπικη κάλπικο
γενική κάλπικου κάλπικης κάλπικου
αιτιατική κάλπικο κάλπικη κάλπικο
κλητική κάλπικε κάλπικη κάλπικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κάλπικοι κάλπικες κάλπικα
γενική κάλπικων κάλπικων κάλπικων
αιτιατική κάλπικους κάλπικες κάλπικα
κλητική κάλπικοι κάλπικες κάλπικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάλπικος < κάλπης + -ικος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κάλπικος, -η, -ο

  1. ψεύτικος
  2. κίβδηλος
    Η κάλπικη λίρα
  3. (μεταφορικά) άτιμος, ψεύτης, ανειλικρινής

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]