κάλτσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάλτσα κάλτσες
γενική κάλτσας καλτσών
αιτιατική κάλτσα κάλτσες
κλητική κάλτσα κάλτσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάλτσα < ιταλική calza < λαϊκή λατινική * calcea < λατινική calceus (υπόδημα) < calx (φτέρνα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /káltsa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παιδικές κάλτσες

κάλτσα θηλυκό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]