κάλφας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάλφας καλφάδες
γενική κάλφα καλφάδων
αιτιατική κάλφα καλφάδες
κλητική κάλφα καλφάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάλφας < τουρκική kalfa < αραβική خليفة (halife χαλίφης, διάδοχος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάλφας αρσενικό

  1. ο βοηθός του μάστορα, ο οποίος είναι ιεραρχικά πιο πάνω από τον μαθητευόμενο (που λέγεται τσιράκι από το επίσης Τουρκικό çιrak, ή και παραγιός). Ο κάλφας αποτελεί τον διάδοχο του μάστορα, του ολοκληρωμένου τεχνίτη δηλαδή, στα πλαίσια της συντεχνίας.
    Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, βαρόνος και δουλοπάροικος, μάστορας και κάλφας, με μια λέξη, καταπιεστής και καταπιεζόμενος, βρίσκονταν σε ακατάπαυστη αντίθεση μεταξύ τους, έκαναν αδιάκοπο αγώνα, πότε καλυμμένο, πότε ανοιχτό (Κ. Μαρξ - Φρ. Ένγκελς, Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Κεφάλαιο 1)
  2. ο παραγιός, ο μαθητευόμενος
    Ο Βάνκας Ζούκοφ, ένα παιδάκι εννιά χρονώ, δουλεύει εδώ και τρεις μήνες κάλφας στο τσαγκαράδικο του Αλιάχιν. (Άντον Τσέχοφ, Ο Βάνκας)
  3. (παρωχημένο) ο μάστορας


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]