κάμαξ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάμαξ < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάμαξ αρσενικό ή θηλυκό

  1. πάσσαλος για κλήματα
  2. κάθε μακρύ κοντάρι
  3. (ειδικότερα) ο κοντός για δόρυ