κάμαρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: καμάρα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κάμαρα οι κάμαρες
      γενική της κάμαρας
    αιτιατική την κάμαρα τις κάμαρες
     κλητική κάμαρα κάμαρες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάμαρα < λατινική camera / camara < αρχαία ελληνική καμάρα (αντιδάνειο) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kam- (καμπή)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάμαρα θηλυκό

  1. δωμάτιο διαμονής, συνηθέστερα υπνοδωμάτιο
  2. καμπίνα (σε πλοίο)
  3. (μεταφορικά) μικρό διαμέρισμα

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

κάμαρη

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]