κάμερα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κάμερα οι κάμερες
      γενική της κάμερας των καμερών
    αιτιατική την κάμερα τις κάμερες
     κλητική κάμερα κάμερες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάμερα < ιταλική camera < λατινική camera (obscura) < αρχαία ελληνική καμάρα (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάμερα θηλυκό

  1. μηχανική συσκευή λήψης και εγγραφής κινούμενων εικόνων κινηματογράφου
  2. ηλεκτρονική συσκευή λήψης και εγγραφής κινούμενων εικόνων βίντεο, η βιντεοκάμερα
  3. (σπανιότερα) η φωτογραφική μηχανή
  4. η κάμαρα ή κάμαρη, το δωμάτιο

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]