κάμποσος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κάμποσος κάμποση κάμποσο
γενική κάμποσου κάμποσης κάμποσου
αιτιατική κάμποσο κάμποση κάμποσο
κλητική κάμποσε κάμποση κάμποσο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κάμποσοι κάμποσες κάμποσα
γενική κάμποσων κάμποσων κάμποσων
αιτιατική κάμποσους κάμποσες κάμποσα
κλητική κάμποσοι κάμποσες κάμποσα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάμποσος < μεσαιωνική ελληνική καμπόσος < αρχαία ελληνική κἄν + πόσος [1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /'ka.mbɔ.sɔs/

Open book 01.svg Αντωνυμία[επεξεργασία]

κάμποσος, -η, -ο

  1. που έχει αρκετή, ικανοποιητική ποσότητα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αρκετός
  2. όταν έχουμε ένα ποσό που δεν λέμε πόσο είναι ή που δεν λέμε πόσο θέλουμε

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: ΚΕΝΤΡΟ ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ.