κάμψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάμψη κάμψεις
γενική κάμψης
& κάμψεως
κάμψεων
αιτιατική κάμψη κάμψεις
κλητική κάμψη κάμψεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάμψη < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάμψη θηλυκό

  1. η καμπύλωση που προκύπτει ως αποτέλεσμα κάθετων δυνάμεων ή ροπών που ασκούνται σε ένα μακρόστενο σώμα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]