κάμωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάμωμα καμώματα
γενική καμώματος καμωμάτων
αιτιατική κάμωμα καμώματα
κλητική κάμωμα καμώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάμωμα < μεσαιωνική ελληνική κάμωμα < καμώνω < κάμνω < αρχαία ελληνική κάμνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάμωμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κάμω
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ενέργεια, εκτέλεση, εργασία, έργο, ίδρυση, κατασκευή, πράξη, φτιάξιμο
  2. (για καρπούς) γίνωμα, ωρίμαση, ωρίμασμα
  3. (συνήθως πληθυντικός: καμώματα) παράξενη έως και ενοχλητική συμπεριφορά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κατορθώματα
  4. τσαχπίνικη γυναικεία συμπεριφορά με σκοπό την (ερωτική) έλξη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ερωτοτροπίες, νάζια, πείσματα, σκέρτσα
    • παιχνιδιάρικη συμπεριφορά παιδιού, μωρού ή ζώου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]