Μετάβαση στο περιεχόμενο

κάμωμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κάμωμα τα καμώματα
      γενική του καμώματος των καμωμάτων
    αιτιατική το κάμωμα τα καμώματα
     κλητική κάμωμα καμώματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κάμωμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάμωμα < καμώ(νω) + -μα < κάμνω < αρχαία ελληνική κάμνω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈka.mo.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κάμωμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κάμωμα ουδέτερο συνήθως στον πληθυντικό καμώματα

  1. παράξενη έως και ενοχλητική συμπεριφορά
     συνώνυμα: κατορθώματα (σε ειρωνικό ύφος)
  2. νάζι, νάζια
    1. τσαχπίνικη γυναικεία συμπεριφορά με σκοπό την (ερωτική) έλξη
       συνώνυμα: ερωτοτροπίες, νάζια, πείσματα, σκέρτσα
    2. παιχνιδιάρικη συμπεριφορά παιδιού, μωρού ή ζώου (ή που μοιάζει με τέτοια)
        ενεργούν και πράττουν όπως αυτοί οι νεαροί που κάθονται εκεί κάτω, στην καφετέρια, στην άκρη της προκυμαίας. Φλερτάρουν με τα λόγια και παιδιαρίζουν με καμώματα ερωτικά, αλλά ποτέ, μα ποτέ, δεν προχωρούν. (Γιώργος Μανιώτης, Το άχρηστο βιβλίο, 1998, σελ. 77)

Παροιμίες

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη καμώνομαι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]


ζητούμενο λήμμα

  1. (για καρπούς) γίνωμα, ωρίμαση, ωρίμασμα