κάναβος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάναβος < αρχαία ελληνική κάναβος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάναβος και κάνναβος θηλυκό

  1. το νοητό πλέγμα από τελείες ή ευθύγραμμα τμήματα το οποίο βρίσκεται σχεδιασμένο πάνω σε υλικό που προορίζεται για σχεδιασμό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάναβος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάναβος και κάνναβος θηλυκό

  1. ξύλινος σκελετός στον οποίο πλάθονταν το πρόπλασμα