κάνει

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάνει < γ' ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του κάνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈka.ni/

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

κάνει

  • γ' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος κάνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κάνει, πρτ.: έκανε, αόρ.: έκανε Πρότυπο:απρόσωπο

  • (συνήθως αρνητικό +δεν) επιτρέπεται, πρέπει, είναι σωστό
    δεν κάνει να προσβάλλεις τους συνομιλητές σου
    Κάνει που ρωτάς τέτοιες αδιάκριτες ερωτήσεις; Δεν κάνει !
    δεν έκανε που της είπες το μυστικό· τώρα θα το μάθουν όλοι