κάνθαρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάνθαρος κάνθαροι
γενική κανθάρου κανθάρων
αιτιατική κάνθαρο κανθάρους
κλητική κάνθαρε κάνθαροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάνθαρος < αρχαία ελληνική κάνθαρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkan.θa.ɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάνθαρος αρσενικό

  1. (scarabaeus pilularius) σκαθάρι
  2. αρχαίο αγγείο πόσης και σπονδής με δύο υπερυψωμένες κατακόρυφες λαβές. Xαρακτηριστικό αγγείο του θεού Διονύσου, αλλά και χθόνιων θεών και ηρώων


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]