κάνιστρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κάνιστρο τα κάνιστρα
      γενική του κάνιστρου
κανίστρου
των κάνιστρων
κανίστρων
    αιτιατική το κάνιστρο τα κάνιστρα
     κλητική κάνιστρο κάνιστρα
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάνιστρο < υποκοριστικό του κάνεον <δάνειο από το σουμεριακό gin:καλάμι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάνιστρο ουδέτερο

αβαθύς και ευρύς κάλαθος πλεκτός από λυγαριά ή καλάμι κοιν. πανέρι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]