κάνιστρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάνιστρο κάνιστρα
γενική κανίστρου
& κάνιστρου
κανίστρων
& κάνιστρων
αιτιατική κάνιστρο κάνιστρα
κλητική κάνιστρο κάνιστρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάνιστρο < υποκοριστικό του κάνεον <δάνειο από το σουμεριακό gin:καλάμι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάνιστρο ουδέτερο

αβαθύς και ευρύς κάλαθος πλεκτός από λυγαριά ή καλάμι κοιν. πανέρι

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]