κάουρος
Εμφάνιση
Κυπριακά (el-cyp)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κάουρος < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κάουρος αρσενικό
- κάβουρας
- ※ Κυπριακό παραμύθι, σελ. 889- Αθανάσιος Α. Σακελλάριος (1826-1901). Τα Κυπριακά, Τόμος Β΄, [μεταγραφή σε μονοτονικό].
- Η αλουπού κη ο κάουρος εσπείραν 'πομισάρικα. Αφόντις εθερίσαν κη αλωνέψαν εμαλλώσαν ποιός να πάρῃ το σιτάριν και ποιός το άχερον.
- ΣτΕ: 'πομισάρικα = συνεταιρικά, από κοινού.
- ※ Κυπριακό παραμύθι, σελ. 889- Αθανάσιος Α. Σακελλάριος (1826-1901). Τα Κυπριακά, Τόμος Β΄, [μεταγραφή σε μονοτονικό].
- (εργαλείο, για υδραυλικές εργασίες) κάβουρας
- (μεταφορικά) έγνοια, σκοτούρα, ανησυχία
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- σελ. 574 - Αθανάσιος Α. Σακελλάριος (1826-1901). Τα Κυπριακά, Τόμος Β΄
- κάουρος - Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου του Δρ. Γιώργου Β. Γεωργίου. Κυπριακή Διάλεκτος @polignosi