Μετάβαση στο περιεχόμενο

κάουρος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Κάουρος

Κυπριακά (el-cyp)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κάουρος < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κάουρος αρσενικό

  1. κάβουρας
      Κυπριακό παραμύθι, σελ. 889- Αθανάσιος Α. Σακελλάριος (1826-1901). Τα Κυπριακά, Τόμος Β΄, [μεταγραφή σε μονοτονικό].
    Η αλουπού κη ο κάουρος εσπείραν 'πομισάρικα. Αφόντις εθερίσαν κη αλωνέψαν εμαλλώσαν ποιός να πάρῃ το σιτάριν και ποιός το άχερον.
    ΣτΕ: 'πομισάρικα = συνεταιρικά, από κοινού.
  2. (εργαλείο, για υδραυλικές εργασίες) κάβουρας
  3. (μεταφορικά) έγνοια, σκοτούρα, ανησυχία

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]