Μετάβαση στο περιεχόμενο

κάπηλε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

κάπηλε αρσενικό ή θηλυκό