κάπηλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάπηλος κάπηλοι
γενική καπήλου καπήλων
αιτιατική κάπηλο καπήλους
κλητική κάπηλε κάπηλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάπηλος < αρχαία ελληνική κάπηλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάπηλος αρσενικό

  1. αυτός που ιδιοτελώς καπηλεύεται, που εκμεταλλεύεται κάτι, συνήθως υψηλό και ευγενές, ο καπηλευτής

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κάπηλος καπήλω κάπηλοι
Γενική καπήλου καπήλοιν καπήλων
Δοτική καπήλ καπήλοιν καπήλοις
Αιτιατική κάπηλον καπήλω καπήλους
Κλητική κάπηλε καπήλω κάπηλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάπηλος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kap- (=λαμβάνω, παίρνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάπηλος αρσενικό (& σπάνια θηλυκό)

  1. παραγωγός
  2. μικροπωλητής, μικρέμπορος, ψιλικατζής, μεταπράτης
  3. ταβερνιάρης, οινοπώλης, κρασοπώλης
    κεἴ τις κάπηλος ἢ καπηλὶς τοῦ χοῶς (Αριστοφάνης, Θεσοφοριάζουσαι, 347)
  4. μπακάλης
  5. (μεταφορικά) απατεώνας, αισχροκερδής
  6. απατηλός, κίβδηλος, δόλιος, πανούργος
  7. εκμεταλλευτής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]