Μετάβαση στο περιεχόμενο

κάπνισα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

κάπνισα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπνίζω