Μετάβαση στο περιεχόμενο

κάπου κάπου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κάπου κάπου < λείπει η ετυμολογία

Επίρρημα

[επεξεργασία]

κάπου κάπου

  • σε αραιά ακανόνιστα χρονικά διαστήματα, πότε πότε

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]