κάππα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κάππα < αρχαία ελληνική κάππα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κάππα ουδέτερο άκλιτο
- μη απλοποιημένη, ετυμολογική γραφή του κάπα
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κάππα < (άμεσο δάνειο) φοινικική 𐤊 (kāp).
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κάππα ουδέτερο άκλιτο
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα φοινικικά (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα φοινικικά (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)