Μετάβαση στο περιεχόμενο

κάππα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: κάπα, κόππα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κάππα < αρχαία ελληνική κάππα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κάππα ουδέτερο άκλιτο

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κάππα < (άμεσο δάνειο) φοινικική 𐤊 (kāp).

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κάππα ουδέτερο άκλιτο