κάργα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κάργα οι κάργες
      γενική της κάργας
    αιτιατική την κάργα τις κάργες
     κλητική κάργα κάργες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. κάργα (ουσιαστικό) < τουρκική karga
  2. κάργα (επίρρημα) < βενετική carga ("φορτίο)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάργα θηλυκό

Επίρρημα[επεξεργασία]

κάργα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]