κάρμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάρμα < αγγλική karma < σανσκριτική कर्मन् (kárman, πράξη)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάρμα ουδέτερο άκλιτο

  1. (ινδουισμός, βουδισμός) η πεποίθηση ότι κάθε πράξη έχει και μια ανάλογη συνέπεια στο μέλλον (μια καλή πράξη ανταμείβεται, ενώ μια κακή πράξη τιμωρείται)
  2. (συνεκδοχικά) η μοίρα, το πεπρωμένο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]