Μετάβαση στο περιεχόμενο

κάρτα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κάρτα οι κάρτες
      γενική της κάρτας των καρτών
    αιτιατική την κάρτα τις κάρτες
     κλητική κάρτα κάρτες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κάρτα < (άμεσο δάνειο) ιταλική carta < λατινική charta < αρχαία ελληνική χάρτης (αντιδάνειο)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kaɾˈta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κάρτα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κάρτα θηλυκό

  1. αντικείμενο από σκληρό συνήθως χαρτί ή πλαστικό, παραλληλόγραμμου σχήματος και μικρού μεγέθους· μπορεί να αναγράφει πληροφορίες χρήσιμες για τον κάτοχο ή να του δίνει ορισμένα δικαιώματα
    παράδειγμα  Παίζαμε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι και μοιραστήκαμε τις κάρτες με τις ερωτήσεις.
    παράδειγμα  κάρτα απεριορίστων διαδρομών
    παράδειγμα  κάρτα μέλους
  2. αντικείμενο από σκληρό συνήθως χαρτί, παραλληλόγραμμου σχήματος, που φέρει κάποια διακόσμηση και χώρο για να γραφεί ένα σύντομο μήνυμα· αποστέλλεται με το ταχυδρομείο χωρίς να είναι απαραίτητο να μπει μέσα σε φάκελο
    παράδειγμα  Ο Ηλίας μας έστειλε μια κάρτα από το Μεξικό με μια φωτογραφία του Ζαπάτα.
    παράδειγμα  ευχετήρια κάρτα
    παράδειγμα  χριστουγεννιάτικη κάρτα
  3. (οικονομία) αντικείμενο από σκληρό πλαστικό, παραλληλόγραμμου σχήματος, που χρησιμοποιείται από τον φέροντα στις συναλλαγές του αντί μετρητών ή για την ανάληψη χρημάτων από ATM
    παράδειγμα  πιστωτική κάρτα, χρεωστική κάρτα
  4.  δείτε και τη λέξη χαρτί ή φύλλο (για χαρτοπαίγνιο)

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κάρτα < λείπει η ετυμολογία

Επίρρημα

[επεξεργασία]

κάρτα

  1. πάρα πολύ, υπερβολικά
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 1 (Κλειώ), 194.3
    ποιέεται δὲ καὶ κάρτα μεγάλα ταῦτα τὰ πλοῖα καὶ ἐλάσσω·
    Τα κάνουν τα πλοία αυτά και πολύ μεγάλα και μικρότερα.
    Μετάφραση (1964): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 3 (Θάλεια), 155.1
    Δαρεῖος δὲ κάρτα βαρέως ἤνεικε ἰδὼν ἄνδρα τὸν δοκιμώτατον λελωβημένον, ἔκ τε τοῦ θρόνου ἀναπηδήσας ἀνέβωσέ τε καὶ εἴρετό μιν ὅστις εἴη ὁ λωβησάμενος καὶ ὅ τι ποιήσαντα.
    Πολύ βαριά του ήρθε του Δαρείου σαν είδε παραμορφωμένον αυτόν τον ξεχωριστό άνθρωπο: τινάχτηκε από τον θρόνο, έβαλε φωνή και τον ρώτησε ποιός τον είχε παραμορφώσει έτσι και τί του είχε κάνει αυτός.
    Μετάφραση (1992): Λεωνίδας Ζενάκος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Αἴας, στίχ. 580
    κάρτα τοι φιλοίκτιστον γυνή.
    • το ᾽χει η γυναίκα φυσικό της να στενάζει.
      Μετάφραση (2012): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, Αθήνα: ΜΙΕΤ @greeklanguage.gr
    • γιατί είναι υπερβολικά φιλεύσπλαχνη η γυναίκα.
      Μετάφραση λέξεων: Βικιλεξικό.
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Ἠλέκτρα, στίχ. 1279
    κάρτα κἂν ἄλλοισι θυμοίμην ἰδών.
    Θα θύμωνα πολύ να ᾽βλεπα κι άλλον να το ζητούσε.
    Μετάφραση (1936): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα: Εστία @greeklanguage.gr
  2. πέρα από κάθε μέτρο
  3. ασφαλώς, πραγματικά, αληθινά

Εκφράσεις

[επεξεργασία]