κάστα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάστα κάστες
γενική κάστας καστών
αιτιατική κάστα κάστες
κλητική κάστα κάστες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάστα < ιταλική casta < ισπανική casta, θηλυκό του castus < λατινική castus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος careo < πρωτοϊταλικά *kazēō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱes- ‎(κόβω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάστα θηλυκό

  1. (παρωχημένο) (ινδουισμός) τύπος οργάνωσης της κοινωνίας, κυρίως στην Ινδία, που είχε σαν σκοπό τη διατήρηση της καθαρότητας των κοινωνικών ομάδων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Υπώνυμα (για την Ινδία) βραχμάνος, απλησίαστος, …
  2. (κοινωνιολογία) κοινωνική ομάδα, που θεωρείται πολύ κλειστή και προφυλάσσει τα συμφέροντά της κάνοντας σχεδόν αδύνατη την είσοδο, στην ομάδα, ατόμων που δεν προέρχονται από τα ήδη υπάρχοντα μέλη

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]