κάστινγκ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κάστινγκ < απροσάρμοστο άμεσο δάνειο από την αγγλική casting

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈka.stiŋg/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κά‐στινγκ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κάστινγκ ουδέτερο άκλιτο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • κάστινγκΧαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)