κάταγμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κάταγμα < αρχαία ελληνική κάταγμα
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈka.taɣ.ma/

Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κάταγμα ουδέτερο
- (ιατρική) το σπάσιμο οστού
- ※ Η ηλεκτροδιέγερση χρησιμοποιείται για μία ποικιλία κλινικών εφαρμογών, όπως η επούλωση χρόνιων ελκών και καταγμάτων καθώς και η διαχείριση του πόνου.
- Κωνσταντίνου Ευαγγελία, Μελέτη της επίδρασης μικρορευμάτων σε κυτταρικούς πληθυσμούς: μελέτη κυτταρικής μετανάστευσης και μοριακών μηχανισμών, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Πατρών, Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα Φαρμακευτικής, Εργαστήριο Μοριακής Βιολογίας και Ανοσολογίας, Πάτρα 2020, σελ. 74
- ※ Η ηλεκτροδιέγερση χρησιμοποιείται για μία ποικιλία κλινικών εφαρμογών, όπως η επούλωση χρόνιων ελκών και καταγμάτων καθώς και η διαχείριση του πόνου.
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
κάταγμα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κάταγμα
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]κάταγμα <
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κάταγμα ουδέτερο (ιωνικός τύπος : κάτηγμα, μεταγενέστερα κατέαγμα)
Πηγές
[επεξεργασία]- κάταγμα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- κάταγμα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ιατρική (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)