κάτοπτρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κάτοπτρο τα κάτοπτρα
      γενική του κατόπτρου των κατόπτρων
    αιτιατική το κάτοπτρο τα κάτοπτρα
     κλητική κάτοπτρο κάτοπτρα
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάτοπτρο < αρχαία ελληνική κάτοπτρον < κατά + ὄψ < πρωτοελληνική *ókʷs < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₃ókʷs (μάτι) < *h₃ekʷ-[1] (βλέπω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈka.tɔ.ptɾɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάτοπτρο ουδέτερο

  1. (λόγιο) καθρέπτης
  2. λεία επιφάνεια που αντανακλά τις ακτίνες του φωτός με τέτοιο τρόπο που μπορεί να λειτουργεί ως καθρέφτης (έστω με παραμορφωμένο είδωλο)
    ※  το κύριο κάτοπτρο του τηλεσκοπίου Χαμπλ έχει διάμετρο 2,4 μέτρα και βάρος 828 χιλιόγραμμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. , λήμμα: ὄπωπα