κάφρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Κάφρος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάφρος κάφροι
γενική κάφρου κάφρων
αιτιατική κάφρο κάφρους
κλητική κάφρε κάφροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κάφρος < ιταλική cafro

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κάφρος αρσενικό

  1. κάποιος που δρα χωρίς να λαμβάνει υπ' όψη του τα συναισθήματα η την ενόχληση των άλλων
    ο κάφρος είπε ότι θα με περίμενε στη στάση του λεωφορείου αλλά τελικά πήγε για καφέ
    μου πήρε 10 ευρώ για να με βοηθήσει με την άσκηση του σχολείου! Πολύ κάφρος!
    στο φουαγιέ έχει πινακίδες που απαγορεύουν το κάπνισμα αλλά οι κάφροι τις έχουν γραμμένες στα παλιότερα των υποδημάτων τους

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

  • Το ουσιαστικό είναι αρσενικού γένους, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς άρθρο ως προσδιορισμός και για γυναίκες
    Αυτή η γυναίκα είναι κάφρος.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]