Μετάβαση στο περιεχόμενο

κάχρυς

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική κάχρυς οἱ κάχρυες
      γενική τοῦ κάχρυος τῶν καχρύων
      δοτική τῷ κάχρυῐ̈ τοῖς κάχρυσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν κάχρυν τοὺς κάχρυς
     κλητική ! κάχρυ κάχρυες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κάχρυε
γεν-δοτ τοῖν  καχρύοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βότρυς' όπως «βότρυς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κάχρυς < προελληνική ς αρχής [1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κάχρυς αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.