κάψουλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάψουλα κάψουλες
γενική κάψουλας καψουλών
αιτιατική κάψουλα κάψουλες
κλητική κάψουλα κάψουλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάψουλα < ιταλική capsula < λατινική capsula < capsa < capio < πρωτοϊταλικά *kapjō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kh₂pyé- / *kh₂pi-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάψουλα θηλυκό

  1. (φαρμακευτική) θήκη (με κυλινδρικό, σφαιρικό ή ωοειδές σχήμα) που περιέχει φάρμακο (με άσχημη γεύση)
  2. (κατ’ επέκταση) οποιαδήποτε θήκη που περιέχει μια ποσότητα από κάποιο υλικό
  3. (κατ’ επέκταση) οποιαδήποτε θήκη που περιέχει κάποιο αντικείμενο ή οργανισμό για να προστατευθεί από το περιβάλλον

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]