κέαρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κέαρ: → δείτε τη λέξη κῆρ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κέαρ ουδέτερο (ελλειπτικό ουσιαστικό)

  • ασυναίρετη μορφή του κῆρ (στους τραγικούς, στην ποίηση· χωρίς άλλες πτώσεις)
    ※  6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Χοηφόροι, στίχ. 26
    δι᾽ αἰῶνος δ᾽ ἰυγμοῖσι βόσκεται κέαρ.
    κι όσο για θρήνους, βόσκομαι μ᾽ αυτούς καθημερνά!
    Μετάφραση, 1η έκδοση (1911): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Φέξης @greek‑language.gr
    κι η καρδία μου τρέφεται με θρήνους αιώνια.
    Μετάφραση λέξεων: Βικιλεξικό.
    ※  5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Μήδεια, στίχ. 398
    χαίρων τις αὐτῶν τοὐμὸν ἀλγυνεῖ κέαρ.
    Κανένας τους δεν θα πληγώσει την καρδιά μου ατιμώρητος.
    Μετάφραση (2012): Θ. Κ. Στεφανόπουλος, Αθήνα: Κίχλη @greek‑language.gr