κέρασος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | κέρασος | οι | κέρασοι (κέρασες) |
| γενική | της | κεράσου | των | κεράσων |
| αιτιατική | την | κέρασο | τις | κεράσους (κέρασες) |
| κλητική | κέρασε (κέρασο) | κέρασοι (κέρασες) | ||
| Κατηγορία όπως «διάμετρος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κέρασος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κερασός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κέρασος θηλυκό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κέρασος
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | κέρασος | οἱ | κέρασοι |
| γενική | τοῦ | κεράσου | τῶν | κεράσων |
| δοτική | τῷ | κεράσῳ | τοῖς | κεράσοις |
| αιτιατική | τὸν | κέρασον | τοὺς | κεράσους |
| κλητική ὦ! | κέρασε | κέρασοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | κεράσω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | κεράσοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κέρασος < ανατολίτικη ή προελληνική .
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κέρασος αρσενικό
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]- οθωμανικά τουρκικά: كراز, كراس
- αλβανικά: qershi (sq)
- αραβικά: قَرَاسِيَا (ar)
- αραμαϊκά
- Πρότυπο:tmr: Άκυρος κωδικός γλώσσας
- κλασικά συριακά: ܩܪܣܝܐ (qerrassiyā)
- λατινικά: cerasus (la)
- μέση αρμενική: կեռաս
Πηγές
[επεξεργασία]- κέρασος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'διάμετρος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φυτά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την προελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Δέντρα (αρχαία ελληνικά)
- Φυτά (αρχαία ελληνικά)
- Σελίδες με προβλήματα στο πρότυπο τ
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)