κέρατο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κέρατο κέρατα
γενική κεράτου κεράτων
αιτιατική κέρατο κέρατα
κλητική κέρατο κέρατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κέρατο < αρχαία ελληνική κέρας (γενική κέρατος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δύο κέρατα(1)

κέρατο ουδέτερο

  1. σκληρή έκφυση που μεγαλώνει στο κεφάλι ορισμένων θηλαστικών, συνήθως σε ζευγάρι
  2. (μεταφορικά) η μοιχεία
  3. (μεταφορικά) εκνευριστικό αντικείμενο, εξόγκωμα ή άτομο
    βγήκε πάλι αυτό το "κέρατο" στο μάτι μου και με ενοχλούσε
    μου 'βαλε αυτό το κέρατο στο χολ και έκλεισε όλο το διάδρομο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • και στου βοδιού το κέρατο να κρυφτείς...:
  • κέρατο βερνικωμένο
  • πιάνω τον ταύρο από τα κέρατα
  • το κέρατό μου: ήπιας μορφής βρισιά σε περίπτωση εκνευρισμού
  • τα κέρατά μου/του: πολύ μεγάλη ποσότητα από κάτι
    από την ώρα που ήρθε έχει πιει τα κέρατά του

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]