κέφι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κέφι τα κέφια
      γενική του κεφιού των κεφιών
    αιτιατική το κέφι τα κέφια
     κλητική κέφι κέφια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κέφι < τουρκική keyif < αραβική كيف (kayf)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈcɛ.fi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κέφι ουδέτερο

  1. η χαρούμενη και εύθυμη διάθεση
     συνώνυμα: ευθυμία
  2. η όρεξη, η καλή διάθεση για να κάνει κάποιος μια εργασία
    ※ —Ζορμπά [...] Θα τρώμε και θα πίνουμε μαζί. Κι ύστερα θα παίζεις σαντούρι.
      —Αν έχω κέφι, ακούς; Αν έχω κέφι. Να σου δουλεύω όσο θες σκλάβος σου! Μα το σαντούρι είναι άλλο πράμα. Είναι θεριό, θέλει λευτεριά. Αν έχω κέφι, θα παίζω· θα τραγουδώ κιόλα. Και θα χορεύω....
    Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • είμαι στα κέφια μου: είμαι ευδιάθετος
    Ο Νικήτας προσπάθησε ν' αστειευτεί, μα δεν ήταν στα κέφια του και το παραδέχτηκε. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  • κάνω κέφι: ευθυμώ, διασκεδάζω
    Πες τίποτ' άλλο, να κάνουμε κέφι. (Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)
  • κάνω κέφι κάτι: επιθυμώ κάτι, θα με ευχαριστούσε να το έχω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]