Μετάβαση στο περιεχόμενο

κίνησα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

κίνησα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινώ