κίνηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κίνηση κινήσεις
γενική κίνησης
& κινήσεως
κινήσεων
αιτιατική κίνηση κινήσεις
κλητική κίνηση κινήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κίνηση < αρχαία ελληνική κίνησις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈci.ni.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κίνηση θηλυκό

  1. (φυσική) αποτέλεσμα της χρονικής εντροπίας
  2. η κυκλοφορία των οχημάτων
    Παρακολουθούσα απ' το παράθυρο την κίνηση του δρόμου. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  3. (κατ’ επέκταση) ο μεγάλος ή και υπερβολικός αριθμός οχημάτων που κυκλοφορούν σε μια δεδομένη στιγμή
    βρήκα κίνηση και άργησα
  4. πρωτοβουλία
    Έκανα την κίνηση και της μίλησα.
  5. δυναμικό κίνημα, οργάνωση ανθρώπων που κάτι θέλουν να αλλάξουν· κίνημα με έμφαση στην πρωτοβουλία αλλαγής (ενίοτε χρησιμοποιείται ως ονοματολογική διαφοροποίηση από άλλα κινήματα, οργανώσεις, συνδέσμους κτλ)
    κίνηση πολιτών, κίνηση πολιτών τάδε

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]