Μετάβαση στο περιεχόμενο

κίουρος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : Κιούρος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κίουρος < (άμεσο δάνειο) εβραϊκή כיור (kiyyōr)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κίουρος αρσενικό

  1. δοχείο σιταριού
  2. (μονάδα μέτρησης) μέτρο χωρητικότητας
    ※  5ος αιώνας κε  ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Κ
    *<κίουρος> ἐμβολεὺς οἰσύϊνος, κόφινος, ᾧ τὸν σῖτον ἀναβάλλουσιν οἱ ναυτικοί. ἢ μέτρον τι