κίουρος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κίουρος < (άμεσο δάνειο) εβραϊκή כיור (kiyyōr)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κίουρος αρσενικό
- δοχείο σιταριού
- (μονάδα μέτρησης) μέτρο χωρητικότητας
- ※ 5ος αιώνας κε ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Κ
- *<κίουρος> ἐμβολεὺς οἰσύϊνος, κόφινος, ᾧ τὸν σῖτον ἀναβάλλουσιν οἱ ναυτικοί. ἢ μέτρον τι
- ※ 5ος αιώνας κε ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Κ
Πηγές
[επεξεργασία]- κίουρος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Δάνεια από τα εβραϊκά (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα εβραϊκά (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Μονάδες μέτρησης (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ησύχιο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από λεξικά (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)