κίτρινο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κίτρινο κίτρινα
γενική κίτρινου κίτρινων
αιτιατική κίτρινο κίτρινα
κλητική κίτρινο κίτρινα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κίτρινο < ελληνιστική κοινή κίτρινος, "αυτός που έχει το χρώμα του κίτρου"

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈci.tɾi.nɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κίτρινο ουδέτερο

  • ένα χρώμα, το χρώμα του κίτρου
    κίτρινο (χρώμα):   
    το κίτρινο είναι το χρώμα του μίσους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]