Μετάβαση στο περιεχόμενο

κίτρινος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κίτρινος η κίτρινη το κίτρινο
      γενική του κίτρινου της κίτρινης του κίτρινου
    αιτιατική τον κίτρινο την κίτρινη το κίτρινο
     κλητική κίτρινε κίτρινη κίτρινο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κίτρινοι οι κίτρινες τα κίτρινα
      γενική των κίτρινων των κίτρινων των κίτρινων
    αιτιατική τους κίτρινους τις κίτρινες τα κίτρινα
     κλητική κίτρινοι κίτρινες κίτρινα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κίτρινος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κίτρινος < κίτρον < λατινική citron[1] < citrus < ετρουσκική [1] < αρχαία ελληνική κέδρος[1] (αντιδάνειο)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈci.tɾi.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κίτρινος

Επίθετο

[επεξεργασία]

κίτρινος, -η, -ο

  1. που έχει κίτρινο χρώμα
      Ἐκεῖ στό βράχο τό ζεστό, ἕνα μικρό κίτρινο στάχυ κουνιέται λυγερά ἀπό τόν ἀέρα. Η δύναμη της φύσεως εἶναι τόσο μεγάλη, πού αίσθάνεσαι αὐτό τό τιποτένιο μικρό στάχυ, τό μοναχικό καί φυτρωμένο στό λίγο χῶμα, πού μαζεύτηκε στήν κόχη του. (Αλέκος Φασιανός, ΤΟΜΕΣ στα γράμματα και στις τέχνες, τεύχος 90, σελ. 38)
  2. ωχρός
    παράδειγμα  φοβήθηκε και έγινε κίτρινος σαν το φλουρί

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 3 Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κίτρινος < κίτρον < λατινική citron[1] < citrus < ετρουσκική [1] < αρχαία ελληνική κέδρος[1] (αντιδάνειο)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 3 Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.