καί
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καί < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *kahi, από νωρίτερο *kasi (υπάρχει στο κασίγνητος) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱm̥t- < *ḱóm («με»).
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kǎi̯/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : καί
Σύνδεσμος
[επεξεργασία]καί
- και (συνδέει κατά παράταξη όμοιες προτάσεις ή όμοιους όρους πρότασης)
- και, επίσης (δηλώνει προσθήκη)
- ακόμη και (επιδοτικός)
- αν και (εναντιωματικός, πριν από μετοχές)
Απόγονοι
[επεξεργασία]καί (αρχαία ελληνικά)
- → μεσαιωνικά ελληνικά: καί
- → νέα ελληνικά: καί, και
- → κατωιταλικά: ce
- ⇒ τσακωνικά: τσαι
Πηγές
[επεξεργασία]- καί - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- καί - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Σύνδεσμοι (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)